κόψομαι την ατεκνίαν με. both for my vidouhood and my *Ηγγικε δε ημέρα Κυρία η με- barrennes. Then drew near γάλη, και είπεν Ιεδ9 και σαι- a great feaft of the Lord, and δίσκη αυτης: “Eώσποτε τα

Judith her maid faid, How

long will you thus afliet your πεινοίς την ψυχήν σ8; ήγ- Coul? The ftaff of the Lord is γικεν ημέρα Κυρία, και εκ now come, when it is unlawful εξεςί σοι αενθείν. 'Αλλα λά- for any one to mourn. Take ξε το κεφαλοδέσμιον τατο, therefore this hood which was 8 έδωκέ μοι η κυρία τ8 given me by one who makes

pya: ŐT. &'x Essi vou dý- such things, for it is not fit σασθαι αυτό, καθότι σαι- that I who am a fervant /hould

wear it, but it well suits a δίσκη ειμί ση, και χαρακτήρα

person of your greater chaέχας βασιλικόν. Και είπεν radier. But Anna replied, ''Αννα: 'Aπόσα απ' εμέ, και Depart from me, I am not ufed ταύτα εκ εποίησα, και o to ach things; befides, the Κύριος εταπείνωσέ με σφόδρα: Lord hath greatly humbled me. leń tw5 w avõegós tis &dwxé I fear some ill-designing person σοι τετο, και ήλθες κοινω- bath given thee this, and thou νησαι με τη αμαρτία σε.

art come to pollute me with thy

fin.Then Judith her maid Και είπεν Ιεδί9 η παιδίσκη Antwered, What evil hall I αυτή: Τί αράσομαί σοι ; wi/h you, ince you will not μή τι μείζον αράσομαί σοι, hearten to me ? I cannot with καθότι εκ ήκεσας της φωνής you a greater curre (than you μα και απέκλεισε γαρ ο Θεός are under) in that God bas την μήτραν σε, τα μη δεναι hut up your womb, that you

οι οπο, και το Ισραήλ. Jhould not be a mother in //rael. Και ελυπήθη "Αννα σφόδρα,

At this Anna was exceed

ingly troubled, and having on και περιείλατο τα μάτια her wedding garment, went αυτης τα νυμφικά, και σερί about three o'clock in the ώραν εννάτην κατέβη εν τω afternoon to walk in her garσαραδείσω αυτης τα περι den. And the faw a laurelπατησαι. Και είδε δαφνι- tree, and fat under it, and δέαν, και εκάθισεν υποκάτω prayed unto the Lord, faying, αυτής, και ελιτάνευε τον Δεσ

"O God

πότην, λέγεσα· Ω Θεός των «O God of my fathers, bles σατέρων μα, ευλόγησόν με, me and regard my prayer, και επίκασόν με, καθως “ as thou didit blefs the womb ευλόγησας την μήτραν της

of Sarah, and gavest her a Σάρρας, και έδωκας αυτή Jan IJaac . τον Ισαάκ,

II. Και ήτένισεν εις τον 111. And as he was lookέρανόν, και είδε καλίαν ερα- ing towards heaven, the per9ίων έν τη δάφνη, και εποίησε ceived a fparrow's neft in the θρηνον εν εαυτη λέγεσα· ο" laurel, and mourning within μοι, τίς με έγέννησε και ποια

herself, she faid, Wa is me,

who begat me? and what δε μήτρα έξέφυσέ με και ότι μomb did bare me ? that I εγω κατάρα εγενήθην ενώπιον hould be thus accurred before των υιών Ισραήλ και ονεί- the children of ifracl, and that δισαν και εξεμυκτήρισαν με they Jhould reproach and deride εν τω ναώ τε Θεέ με. Οι me in the temple of my God: μοι, τίνι ωμοιώθην και έχ - Wo is me, to what can I be μοι 19 έως το 9 ο της compared? I am not comγης, ότι αυτά τα θηρία της

parable to the very beasts of the

earth, for even the beasts of γης γόνιμά έσι ενώπιόν σε, the earth are fruitful before Κύριε. Οι μοι, τίνι ωμοιώθην thee, O Lord! Wo is me, to εγώ; εχ ώμοιώθην έγω τοϊς τωhat can be compared ? 1 αλόγοις ζώοις, ότι αυτα α- am not comparable to the brute λογα ζωα γόνιμά εισιν ενώ animals, for even the brute πιόν σε, Κύριε. Οι μοι, τίνι animals are fruitful before ώμοιώθην εγώ και εχ ώμοιώθην

thee, O Lord! Wo is me, to

what am I comparable? I εγω τοίς ύδασι τέτοις, ότι

cannot be compared to these αυτα τα ύδατα γόνιμά εισιν waters, for even the waters ενώπιόν σε, Κύριε. Ο μοι, are fruitful before thee, O τίνι ωμοιώθην εγώ και έχ ω- Lord! Wo is me, to what can μοιώθην έγω τους κύμασι της Ibe campared? I am not com

[blocks in formation]

θαλάσσης, ότι και τα κύμαία parable to the ψαves of the γαληνιωντα και σκιρτώντα, Jeas far there, whether they και οι εν αυτοίς ενθύες ευλο- are calm, or in motion, with γεσί σε, Κύριε. Οι μοι, τίνι

, the fishes which are in them,

praise thee, O Lord! Wo is ώμοιώθην εγώ και έχ ώμοιώθην me, to what can I be comεγώ τη γη ταύτη, ότι και η pared? I am not comparable γη προσφέρει τας καρπες αυ to the very earth, for the earth. της, και ευλογεί σε, Κύριε. produces its fruits, and praijas

thee, O. Lord!


[ocr errors]

55 και ευ

1ν. Και ιδε "Αγελος Κυρία ΙV. Then an angel of the . επέςη, λέγων αυτη: "Αννα, Lord tood by her, and faid, * Αννα, έπήκεσε Κύριος ο Θεός Anna, Anna, the Lord bath της δεήσεώς σα' συλλήψη και

heard thy prayer; thou shalt

conceive and bring forth, and γεννήσεις, και λαληθήσεται

thy progeny shall be spoke of in το σπέρμα σα εν όλη τη δικα- all the world. And Anna anμένη. Και είπεν "Αννα: Zη wered, As the Lord my God Κύρια ο Θεός μs, και τι εαν liveth, whatever I bring forth, γεννήσω είτε άρρεν είτε θήλυ, whether it be male ar female, προσάξω αυτό δώρον Κυρίω το

I will devote it to the Lord my Θεώ με, και έσαι λαταργεν

God, and it shall minister to πάσας τας ημέρας της ζωης

him in holy things, during its

τωhole life. And behold there αυτά. Και ιδε δύο άγγελοι

appeared two angels, saying ήλθον, απαγγέλλοντες αυτη: unto her, Behold oachim (thy 'Ιδε Ιωακείμ έρχεται μετα hufband) is coming with his των ποιμένων αυτ8 άγγελος [hepherds, for an angel of the. γαρ Κυρία κατέβη στρος αυτόν, Lord bath all come down to και είπεν αυτω· Έπήκεσε Κυ- him, and aid, The Lord

God hath heard thy prayer, ριος ο Θεός της δεήσεώς σα:

make hafte and go hence, for σπεύσον, κατάβηθι εντεύθεν»

behold Anna thy wife shall έδε γαρ "Αννα η γυνή σε ένα conceive. And Joachim γαςρι λήψεται. Και κατέβη went down, and called his Ιωακείμ, και εκάλεσε τες hepherds, faying, Bring me ποιμένας αυτό, λέγων· Φέρελέ

μοι ώδε δέκα αμνάδας απα- hither ten /he-lambs ευithout λες και αμώμας, και έσονται Jpot or blemi/h, and they hall δέκα αμνάδες Κυρίω τω Θεώ δε for the Lord my God, and

bring me twelve calves withμε και φέρετέ μοι δεκαδύο

out blemish, and the twelve μόσχος απαλές, και έσονται calues hall be for the prieffs δεκαδύο μόσχοι τους ιερεύσι and the elders. (Bring me) και τη γερασία και εκατόν alfo hundred goats, and the χιμάρες, και έσονται εκατόν bundred goats hall be for the χίμαροι σαντι τω λαώ. Και whole people. And Joachim κατέβη Ιωακείμ μετα των went down with the thepποιμένων αυτό, και έση "Αννα

herds, and Anna stood by the παρα την σύλην, και για το gate, and faw Joachim com

ing with the shepherds, and "Ιωακείμ έρχόμενον μετα των he ran, and hanging about ποιμένων, και δραμεσα εκρε- his neck, faid, Now I know μάσθη εν τω τραχήλο αυτ8, that the Lord bath greatly λέγεσα: Νυν οίδα, ότι Κύριος bleJed me ; for behold, I wha ευλόγησέ με σφόδρα ιδε γαρ was a widow am no longer a η χήρα έκέτι χήρα» και ά


widow, and I who was barren

shall conceive, τεκνος εν γασρί λήψομαι.

ν. Και ανεπαύσατο Ιωακείμ τη πρώτη ημέρα εν τω οίκω αυτά. Τη δε επαύριον προσέφερε τα δώρα αυτέ, λέγων Ει Κύριος ελάσθη μοι, το σεσαλόν τε ιερέως φανερόν ποιήσει και προσήλθε το πετάλω τα ιερέως, ως ανέβη επί το θυσιαςήριον τ8 Κυρίg, και είδε, και αμαρτία εκ ευρέθη εν αυτό. Και είπεν

ν. And Joachim abode the frift day in his houfe, but on the morrow he brought his offerings, and said, If the Lord be propitious to me, let the plate which is on the φrieft's foreheads make it manifeft. And he confulted the plate which the prieft wore, and faw it, and behold fin was not found in him. And

Such an instrument God bad appointed the High-priest to wear for such discoveries. See Exod.

xxviii. 36, &c. and Spencer de U. rim et Thummim.


"Εωσεεία: Νυν οίδα, ότι ο Joachim faid, ΝουΙ εηστα Κύριος λάσθη μοι, και αφ- that the Lord is propitious to ειλε σάντα τα αμαρτήματα

me, and hath taken away all

και από δαι». 14 μα. Και κατέβη έκ τα να

my sins. And he went down

from the temple of the Lord Κυρία δεδικαιωμένος, και ήλθεν

justified, and he went to his εις τον οίκον αυτ8. • Και

own house. And when nine επληρώθησαν τη 'Αννη μηνες 1months were fulfilled to Anna, εννέα, και έγέννησεν "Αννα, he brought forth, and faid to και είπε τη μαία: Τί εγέν- the midwife, What have I είσα: και είπεν αυτή, θήλυ brought forth? And the told και είπεν "Αννα: Έμεγάλυνε και

her, A girl. Then Anna

faid, The Lord hath this day Κύριος την ψυχήν με τη η- !

magnified my soul'; and she μέρα ταύτη και ανέκλινεν Faid her in bed. And when αυτήν. Πληρωθεισών δε των the days of her purification ημερών, απεσμήξατο "Αννα, were accomplifhed, the gave και έδωκε μισθόν τη παιδί, fuck to the child, and called και εκαλέσατο το όνομα αυ- her name Mary, της Μαρία,

VI. Ημέρα δε και ημέρα VI. And the child increafed έχονται και πατε: γενομένης in 1trength every day, to that δε αυτης εννεαμηνιαία χρόνε,

when she was nine months

old, her mother put her upon έςησεν αυτήν χαμαι η μήτηρ the ground to try if the could αυτης, τα σαράσαι εί ίςαται. tand; and when the had Και εννέα βήματα περιπα- walked nine fteps, he came τήσασα ήλθεν εις κόλπον της again to her mother's lap. μητρός αυτής. Και ήρπασεν Τhen her mother catched her αυτήν η μήτηρ αυτής, λέγεσα" up, and faid, As the Lord my Ζή Κύριος ο Θεός με, και μη cin e k w

God liveth, thou shalt not walk

again on this earth, till I σεριπατήσεις εν τη γη ταύτη,

I bring thee into the temple of έως αν απάξω σε εν τω ναώ the Lord. Accordingly the Κυρία. Και εποίησεν αγίασμα made her chamber a holy εν τω κουτων αυτής, και κοι- place, and fufered nothing νον και ακάθαρτον έκ εία δι- common or unclean to come


« 前へ次へ »