ページの画像
PDF
ePub

ελθείν δι' αυτής, και εκάλεσε near her, but invited certain τας θυγατέρας των Εβραίων undefled daughters of Ifrael, τας αμιάντες, και ο διεπλήνων and they drew her afide.

But when the child was a αυτήν. Έγένετο δε πρώτος

year old, Joachiin made a ενιαυτός της παιδί, και εποίης στeat feaft, and invited the σεν Ιωακείμ δοχην μεγάλην, prietts, fcribes, elders, and all και εκάλεσε τες ιερείς, και the people of Ifrael ; and Joτες γραμματείς, και την γε achim then made an offering ρεσίαν, και πάντα τον λαόν of the girl to the chief-prietts, Ισραήλ, και προσήνείκεν Ιωα- and they bleffed her, faying, κείμ την παίδα τους αρχιε

The God of our fathers bless

this girl, and give her a name ρεύσι, και ευλόγησαν αυτήν,

's famous and lasting through all λέγοντες: ο Θεός των πα

generations. And all the τέρων ημών ευλόγησον την people replied, So be it, Amen: σαϊδα ταύτην, και δος αυτή then (Joachim) a fecond time όνομα ονομασόν αιώνιον σά- offered her to the priefts, and σαις ταις γενεαίς και είπε they bleffed her, faying, Ο σάς ο λαός, Γένοιτο, γένοιτο,

most high God, regard this αμήν· και πάλιν προσήνεγκε

girl, and bless her with an

uninterrupted (or everlasting) αυτην τους ιερεύσι, και ευλό- Blefing. Upon this her moγησαν αυτήν, λέγοντες" O ther took her up, and gave Θεός των υψωμάτων επίβλεψον her the breaft, and fung the επί την παίδα ταυτην, και following fong to the Lord 5: ευλόγησον αυτην εσχάτης ευ- I will fing a long unto the λογίαν, και τις διαδοχην έκ Lord my God, for he hath viέχα. Και ανήρπασεν αύτη, ited me, and taken away from

me the reproach of mine eneo η μήτηρ αυτής, και έδωκεν

mies, and hath given me the autý Martóv. Kai étroing en fruit of his righteousness, that "Αννα άσμα Κυρίω, λέγεσα *Ασω ωδήν Κυρίω τω Θεώ με, ότι έπεσκέψατό με, και αφείλεν απ' έμε το όνειδος των εχθρών με" και έδωκέ μοι καρπόν δι

[ Fabritius proposes démauvor, surabant, perlavabant.]

o Compare 1 Sam. ïi. , &c. with Luke i. 46.

[ocr errors]

καιοσύνης αυτά ότι αναγγελεί it may now be told to the Joης τους υιοίς Ρεβείμ, ότι θηλάζει of Reuben, that Anna gives. *Αννα. Και ανέπαυσεν αύτη, fuck. Then he put the child εν τω αγιάσματι αυτής, και

to rest in the room which she

had confecrated, and he went εξήλθε, και διηκόνει αυτούς.

· out and ministered unto them. ΤελεσθέντΘ δε το δείπνο, And when the feaft was κατήλθον ευφραινόμενοι, και ended, they went away reδοξάζοντες τον Θεόν Ισραήλ. joicing, and praiting the God

of Ifrael.

ELTTE

VII. Τη δε παιδί προσε- VII. But the girl grew, τίθεντο οι μηνες αυτής. Εγέ- and when he was two years νετο δε διετής και σας, και old, Joachim Iaid to Anna, είπεν Ιωακείμ τη 'Αννα: 'Α

Let us lead her to the Temple

of the Lord, that we may per. πάξωμεν αυτήν εις τον ναόν τα

form our vow, which we have Κυρία, ώςε αποδωμεν την επαγ- τυowed unto the Lord God, left γελίαν, ήν έπηγTηλάμεθα Κυ- be /hould be angry with us, and ρίω τω Θεώ, μή πως αποφρά- our offering be unacceptable. φη αφ' ημών, και απρόσδεκβον But Anna faid, Let us wait gyévosto zò dw pou nuwr. Kai the third year, left she should be είπεν 'Αννα" 'Αναμείνωμεν το at a los to know her father. τρίτου έτG-, όπως μη επιζη

And Joachim said, Let us then

wait. And when the child τήσει σατέρα. Και είπεν Ιωα- was three years old, Joachim κείμ, αναμείνωμεν. 'Εγένετο Kaid, Let us invite th: daugh. δε τριετης η σας, και είπεν ters of the Hebrero, who are 'Ιωακείμ Καλέσωμεν τας θυ- undefled, and let them take γατέρας των Εβραίων τας each a lamp, and let them be αμιάντες, και λαβέτωσαν αια lighted, that the child may not λαμπάδα, και έσωσαν και

turn back again, and her mind

be set againft the Temple of the όμεναι, ίνα μη γραφή και ταϊς

Lord. And they did thus till εις τα οπίσω, και αιχμαλω- they afcended into the Temple τισθη η ψυχη αυτης έκ ναs of the Lord. And the (High) Κυρία. Και εποίησαν έτως, έως ανέβησαν εις τον ναόν Κυρία. Και εδέξατο. αυτην και

ispaus, xai suróynesv aurrin, Priest received her, and bleffed και είπε: Μαρία, έμεγάλυνε her, and faid, Mary, the Lord

God hath magnified thy name Κυρις ο Θεός το όνομά σα

to all generations, and to the εν πάσαις ταϊς γενεαϊς επί

very end of time by thee will σοι γαρ επ' εσχάτων των ημε- the Lord her bis redemption ρων φανερώσει Κύριο το λύ- to the children of Irael. And τρον αυτά ταϊς υιούς Ισραήλ. he placed her upon the third Και εκάθισεν αυτην εν τω τρί- 1tep of the altar, and the Lord το βαθμό τα θυσιαςηρία, και gave unto her grace, and the δέδωκεν αυτη χάριν Κύριο

danced with her feet, and all

the house of Israel loved her. Θεός, και κατεχόρευσε τους σοσιν αυτής, και ηγάπησεν αυτην τάς οίκ© Ισραήλ. . VIII. Και κατέβησαν γο- VIII. And her parents went μεις αυτής θαυμάζοντες, και away filled with wonder, and v uese når dvi ses praising God, because the girl εγράφη η σαϊς προς αυτές.

did not return back to them.

But Mary continued in the "Ην δε Μαρία εν τω ναώ Κυ- Temple, as a dove educated ρία ως περίτερα νεμομένη, και εhere, and received her food ελάμβανε τροφήν εκ χειρός from the hand of an Angels 'Αγγέλα. Γενομένης δε αυτης And when he was twelve δώδεκα ετων, συμβέλιω εγένετο years of age, the Prietts met των Ιερέων λεγόντων· 'Ιδο Μα

Tuvo 'Il Man in a council, and said, Behold, μία γέγονε δώδεκαετής: τι εν

Mary is twelve years of age; αυτη ποιήσωμεν, μη πως μιαν

what shall we do with her, for

fear left the holy place of the θη το αγίασμα τ8 Κυρία Θεά Lord our God hould be deημών ; Και είπον οι ιερείς fled? Then replied the Prieftis σρος Ζαχαρίαν τον αρχιερέα" to Zacharias the High-prieff, Συ ση9ι επί το θυσιαςήριον Do you ftand at the altar of the Κυρία, και είσελθε εις το αγί- Lord, and enter into the holy ασμα, και πρόσεξαι σερί

place, and make petitions conαύτης και ο εαν φανερώση σου

cerning her, and whatsoever

the Lord hall manifeft unta Κύρι, τατο ποίησον. Και

you, that do. Then the High

priest

[ocr errors]

εισήλθεν ο ιερεύς λαβών τον prieft entered into the Holy of δωδεκακώδωνα εις τα άγια Holies, and taking away with των αγίων, και ηύξατο σερί him the breaft-plate of judgαυτής. Και ιδε "Αγίελος Κυ

ment 3, made prayers con

cerning her; and behold the ρίς επέση, λέγων αυτω Ζα- Angel of the Lord came to χαρία, Ζαχαρία, έξελθε και him, and faid, Zacharias, Zaεκκλησίασαν πάντας τες χη- charias, Go forth and call to: ρεύοντας τέ λαέ, και ενεγκά- gether all the widowers among τωσαν ανα ραβδον, και ω άν the people, and let every one of επιδείξη Κύριος ο Θεός σή- them bring his rod, and he By μείον, τότε έσαι γυνή. Και

i whom the Lord fall jew a

sign shall be the husband of εξήλθον οι κήρυκες καθ' όλης

Mary. And the criers went της Ιεδαίας, και ήχησεν η out through all Judea, and the σάλπιγξ Κυρία, και ιδε συν- trumpet of the Lord founded, έδραμον σάντες εις απάντη- and all the people ran and met σιν.

together.

IX. 'Ιωσηφ δε ρίψας το 1X. Jofeph_alfo throwing σκέπαρνον, εξήλθεν εις συνάν- away his hatchet went out to τησιν αυτών, και συναχθένιες

meet them, and when they were απήλθον προς τον αρχιερέα,

met, they went to the High

priest, taking every man his λαβόντες τας ράβδος. Δεξα- rod. After the High-prieft had μεν δε αρχιερευς ραβδες received their rods, he went αυτων εισήλθεν εις το τερον into the Temple to pray; προσεύξασθαι. Τελέσας δε and when he had fnifhed his την ευχήν, έλαβε τας ραβδες, prayer, he took the rods and και εξελθων έδωκεν αυτοίς, και went forth and diftributed σημείον εκ ήν επ' αυταίς την

them, and there was no sign

(or miracle) attended them. δε εσχάτην ράβδον έλαβεν Ιω

The last rod was taken by σήφ και ιδε σεριφερα ήλθεν

NJEV

Το

Joseph, and behold, a dove εκ της ράβδε, και έπετάσθη proceeded out of the rod, and επάνω της κεφαλής 'Ιωσήφ Πετυ μροή the head of 7ofeph.

[blocks in formation]

και είπεν ο αρχιερεύς: 'Ιωσήφ, And the High-priest faid, foσυ κεκλήρωσαι την παρθένον Jebb, Thou art the perfom choen Κυρίε παραλαβείν εις τήρησιν to take the Virgin of the Lord αυτω και αντειπεν ο Ιωσήφ,

to keep her for him; but Jo

esh refured, faying, I am am λέγων· υγες έχω και πρεσβύτης old man, and have children, είμι, αυτή δε νεανίς: μη πως out he is young, and I fear le/? έσομαι κατάγελως τοις υιούς 1 hould appear ridiculous in Ισραήλ. Και είπεν ο αρχιε- Irael. Then the High-prieft ρεύς: 'Ιωσήφ, φοβήθητι Κύριον replied, Tofeph, Fear the Lord τον Θεόν σε, και μνήσθητι,

en thy God, and remember how όσα εποίησεν ο Θεός τους Δα

God dealt with Dathan, Co

rah, and Abiram, how the αν, Κωρέ, και 'Αβειρώμ:

earth opened and swallowed πως έδιχάσθη η γη και κατ' εhem up, becaufe of their conέπιες αυτές δια την αντιλο- tradition. Now therefore, γίαν αυτών και νυν φοβήθητι 7ofeph, fear God, left the like τον Θεόν, 'Ιωσήφ, μή τι έσαι things bould happen in your ταυτα εν τω οίκω σε. Και family. Jofeph then being φοβηθείς Ιωσηφ παρέλαβεν αυ- afraid, took her unto his houfe, τη, η ο ο κ. Κ. and Joleph laid unto Mary.

Behold, I have taken thee from είπεν Ιωσήφ τη Μαρία 'Iδα 2

the Temple of the Lord, and σαρέλαβών σε εκ ναι Κυρία, now I will leave thee in my και νυν καταλείπω σε εν τω boufe; I muff go to mind my οίκω με απέρχομαι γαρ οί- trade of building. The Lord κοδομήσαι τας οικοδομής με be with thee. Κύριο δε σε διαφυλάξει.

x. Εγένετο δε συμβέλιον των ιερέων, λεγόντων ποιήσωμεν καταπέτασμα το ναυ Κυρία.

. Και είπεν ο αρχιερεύς" Καλέσατέ μοι επτα παρθένες άμιάντας από της φυλής ΔαΕίδ. Και απήλθον οι υπηρέται, και εισήγαγον αυτας εις

χ. And it carme to pafs in a council of the Priefts it was Mald, Let us mate a net meil for the Temple of the Lord. And the High-prieft faid, Call together to me feven undeEled Virgins of the tribe of David. And the fervants went and brought them into the

Temple

« 前へ次へ »