τον ναόν Κυρία, και είπεν αυ- Temple of the Lord, and the ταις και αρχιερεύς: Λάχετε High-prieft faid unto them, μοι ώδε, τις νήσεται χρυσόν,

Caft lots before me now, who of

you shall spin the golden thread, και τον υάκινθον, και τον κόκ

who the blue, who the scarlet, κινον, και την βύσσον, και την ψho the fine linen, and who the αληθινήν σορφύραν και έμ

true purple. Then the Highνήσθη Ζαχαρίας περί της prieft knew Mary, that the Μαρίας, ότι εκ φυλής Δαβίδ was of the tribe of David; εςι. Και εκάλεσεν αυτην, και and he called her, and the true

ainsi Muză a region purple fell to her lot (to spin), πορφύρα, και απίει εις τον

and she went away to her own

house. But from that time οίκον αυτης. 'Εν δε τω καιρώ Zacharias (the High-prieft) εκείνω Ζαχαρίας εσίγησε, και

became dumb, and Samuel έγένετο αντ' αυτ. Σαμαήλ, was placed in his room till μέχρις & ελάλησε Ζαχαρίας. Zacharias fpoke again. But Μαρία δε λαξεσα την αληθι- Mary took the true purple, νην σορφύραν έναθε.

and did spin it.

[ocr errors]
[ocr errors]

ΧΙ. Και λαβέσα την κάλ- XI. And the took a pot, πην, εξήλθε δε γεμίσαι ύδωρ, and went out to draw water, και ήκεσε φωνήν, λέγεσαν αυ

and heard a voice saying unto

her, Hail thou who art full of τη: Χαίρε κεχαριτωμένη, και

grace", the Lord is with thee; ΚύριG μετα σε, ευλογημένη thou art bleed among women. συ εν γυναιξί. Και σεριε- And the looked round to the βλέπετο δεξιά και αριστερα, σό- right and to the left (to fee) θεν αυτή η φωνή. Και σύν- whence that voice came, and τρομG- γενομένη, εισήλθεν εν then trembling went into her τω οίκω αυτης, και ανέπαυσε houfe, and laying down the την κάλπην, και λαβασα την

water-pot she took the purple;

and sat down in her feat to πορφύραν, έκαθέσθη επί τα

work it. And behold the θρόνε αυτης, και είλκεν αυ- Angel of the Lord ftood by τήν. Και ιδε, "ΑγελG Κυ

* Luk. 1. 28, &c.


ρία επέση, λέγων αυτη: Μη her, and faid, Fear not, Mary, φοβά, Μαρία, ευρες γαρ χάριν for thou haft found favour in ενώπιον Κυρία. Η δε ακέσασα the fight of God; which when διεκρίθη εν εαυτή λέγεσα, το

The heard, she reasoned with

herself what that sort of falu- . ταπός μου και ασπασμός έτος. tation meant. And the Angel Και ο άγγελG- είπε προς αυ- Taid unto her, The Lord 15 την: Ο Κύρι μετά σε, και with thee, and thou halt conσυλλήψη εν γασρί. Και εί ceive: to which the replied, έγω, φησί, συλλήψομαι από What! hall Iconceive by the Θες ζωντG, και γεννήσω, ως living God, and bring forth as nära Muun muavvã : Fins do in all other women do? But the

Angel returned answer, Not άγγελG" έχ έτως, Μαρία,

agro, so, O Mary, but the Holy αλλα σνευμα άγιον επελεύσε- Ghot hal! come upon thee, and ται επί σε, και δύναμις υψίσs the power of the Moft High επισκιάσει σοι· διό και το hall over/hadow ther; whereγενόμενον έκ σε άγιον, κληθή- fore that τυhich hall be born of σεται υιός Θε8 ζωντG»και thee hall be holy, and hall be καλέσεις το όνομα αυτά 'Ιη

called the Son of the Living σαν αυτός γαρ σώσει τον

God, and thou malt call his

name Jesus; for he shall save λαόν αυτά από των αμαρτιών his people from their fins. And autcv. Koi ide o cuylevs behold thy cousin Elizabeth, she σα Ελισαβετ συνειληφυία έσιν alfa bath conceived a fon in her υιον εν γήρει αυτης και έτG- old age. And this now is the μην εκτός εςιν αυτή, τη λα- Jixth month with her, who was λεμένη σείρα· ότι εκ αδυνα- called barren ; for nothing is τήσει σαν ρήμα παρα το

a impossible with Goit. And

Mary said, Behold the handΘεό. Και είπε Μαρία Ιδε,

maid of the Lord, let it be unη δέλη Κυρία, γένοιτό μοι κατα

to me according to thy word. το ρημά σα.

XII. Και ποιήσασα την σορφύραν απήγαγε ταύτην τω αρχιερείς και ευλόγησε


XII. And when he had wrought her purple, the carried it to the High-priceft, and


αυτήν και αρχιερεύς, λέγων: the High-priett bleffed her, Μαρία, έμεγάλυνε Κύριο και faying, Mary, the Lord God Θεός το όνομά σs, και έση hath magnified thy name, and ευλογημένη εν πάσαις το thou halt be bleJed in all the γενεαϊς της γης.

ages of the world. Then

Χαραν δε Mary, filled with joy, went λαβασα Μαρία απία προς away to her coufin Elizabeth, 'Ελισάβετ, την συγμενίδα αυ- and knocked at the door. της, και έκρασε την θύραν" When Elizabeth heard, the και ακέσασα η Ελισάβετ, ran and opened to her, and δραμασα ήνοιξεν αυτή, και bleffed her, and faid, Whence ευλόγησεν αυτήν, και είπε:

opres is this to me, that the mother of Και πόθεν μοι τετο, ίνα η

. my Lord /hould come unto me ?

For lo! as soon as the voice of μήτηρ τη Κυρία με ήλθεν πρός τήν alutation reached my cars, με ; Ιδε γαρ ως εγένετο και that which is in me leaped and ασπασμός σε εις τα ώτα με, ble|fed thee. But Mary, being το εν εμοί εσκίρτησε, και ευ- ignorant of all thofe myfteriλόγησέ σε. Και Μαρία επε- ous things which the Archλάθετο των μυςηρίων, ών έλα- angel Gabriel had fpoken to λησεν αυτη Γαβριήλ ο 'Αρχ

her, lift up her eyes to heaven,

and said, Lord! What am I, αγγελG" και ήτένισεν εις τον και

that all the generations of the έρανόν, και είπε Κύριε, τις εarth hould call me ble/Tada? είμι εγώ, ότι πάσαι αι γε- But perceiving herfelf daily to νεαι της γης έμε μακαρίζεσιν ; grow big, and being afraid, Ημέρα δε και ημέρα η γαση fhe went home, and hid herαυτής όγκάτο, και φοβηθείσα, felf from the children of Ifήλθεν εις τον οίκον αυτής, και

i rael; and was fourteen years 4. ζ. Σ τη, η τα, τα, old when all thefe things hap

pened. 'Ισραήλ. "Ην δε ετων δεκατεσσάρων, ότι ταύτα εγένετο τα μυσήρια.

XIII. Έγένετο δε αυτη έκτο μήν· και ιδε ήλθεν Ιω

XIII. And when her fixth month was come, Jofeph re

2 Luk. ii. 39, &c.


σήφ από των οικοδομιών αυτ8, turned from his building hcufes και εισελθων εν τω οίκω αυτα abroad (which was his trade), ευρε την παρθένον όγκωμένην,

and entering into the house, και ετύπησε το πρόσωπον αυ

found the Virgin grown big :

then smiting upon his face, he τε, λέγων" neyon bosco a poow Tu Ποία προσώπω

said, With what face can I ατενίσω προς Κύριον τον Θε

προς Κύριον τον Θε- look up to the Lord my God? όν με ; Τί δε λέξω περί ται- or, what hall 1 [ay concerning δος ταύτης, ότι παρθένον αυ- this young woman ? for I reτην παρέλαβον έκ νας Κυρία ceived her a Virgin out of the τ8 Θεξ με, και εκ εφύλαξα Temple of the Lord my God, αυτήν ; Τίς ο θηρεύσας με και

and have not preserved her

such? Who has thus deceived τίς το πονηρόν τατο εποίησεν

me? Who has committed this εν τω οίκω με, και ήχμαλώ- evil in my boufe, and reducing τευσε την παρθένον απ' εμέ, the Virgin from me, hath deκαι εμίανεν αυτήν και Μήτι έν fled her? Is not the hiftory of suoi dvexe panuscótin ji isogía Adam exactly accomplished in το 'Αδάμ και εν γαρ τη ώρα me ? For in the very inftant of της δοξολογίας αυτ8, ήλθεν bis glorifying God (or his ο όοις, και εδρε την Εαν μό- glory), the Jerpent Canie νην, και εξηπάτησεν αυτήν"

found Eve alone, and seduced

her. Tult after the fame manέτω καμοί συνέβη. Και αν

ner it has happened to me. έση 'Ιωσήφ από το έδαφος, Then Joieph, arifing from the και καλέσας αυτην, είπε: Mε- ground, called her, and faid, μελημένη τω Θεώ τι τετο σε. Ο thou who haft been much ποίηκας και τι εταπείνωσας την favoured by God, why half thou ψυχήν σε, η ανατραφείσα εις

done this? Wly haft thou thus τα άγια των αγίων, και τρο

debased thy foul, who wast edul

cated in the Holy of Holies, φην λαβόσα έκ χορός τ8 'Αγ. and received thy food from the γέλε; Η δε έκλαυσε πικρώς, band of Angels ? But the, with λέγεσα: Καθαρά είμι, και a lood of tears, replied, I am άνδρα και γινώσκω. Και είπεν innocent, and have known no Ιωσήφ Πά9εν έςι το έγγάρι- man. Then faid Jofeph, Hou: ów od ; xad siney aúrn Mæ- comes it to pass you are with

child ? Mary answered, As the I 2.

· Lord

qiz Zộ Kúgum ó Otós , Lord my God liveth, I know ότι και γινώσκω πόθεν έσι το εν not by what means. έμοί.

xiv. Kai sponon 'Iwe xiv. Then Joseph' was σήφ σφόδρα, και ηρέμησεν εξ exceedingly afraid, and went αυτης, διαλογιζόμενG το τι away from her, confidering αν αυτή ποιήση.

what he should do with her ; Και είπεν

and he thus reasoned with εν εαυτώ Ιωσήφ: Έαν κρύψω

himself a : If I conceal her. το αμάρτημα αυτής, ευρεθή crime, I shall be found guilty σομαι ένοχο τω νόμω Κυ- by the law of the Lord; and if ρία και εαν αυτην φανερώσω 1 difcover her to the children of τοις υιούς Ισραήλ, φοβάμαι Irael, 1 fear, left be being μή πως αντελικόν εςι το εν αυ- with child by an Angel, I hall τη, και το θήσομαι παραδι- be found to betray the life of an δες αίμα αθωον εις κρίμα θα

innocent perfon : what there

fore hall I do? I will privily νάτε. εν αυτή ποιήσω; :

i dismiss her. Then the night λάθρα απολύσω αυτήν. Και was come upon him, when beκατέλαβεν αυτόν νυξ, και ιδε hold an Angel of the Lord ap*ΑγίελG Κυρία φαίνεται αυ- peared to him in a dream, and τω κατ' όναρ, λέγων· Μη φο- faid, Be not afraid to take that βηθης την παιδα ταύτην πα- young woman, for that which ραλαβείν» το γαρ εν αυτη ον,

is within her is of the Holy

Ghost, and she shall bring forth. εκ πνεύματός εσιν αγία. Τέξε

a fon, and thou halt call his ται δε υιον, και καλέσεις το name gefus, for he hall favo όνομα αυτά Ιησεν αυτός γαρ his people from their ins. σώσα τον λαόν αυτό από των Then Jofeph arole from his αμαρτιών αυτών. Και ανέςη leep, and glorifed the God of 'Ιωσηφ από το υπνο, και εδόξ- Ifrael, who had thewn him ασε τον Θεόν Ισραηλ τον δονία fuch favour, and preferved the αυτή την χάριν ταύτην, και ΥΓgn. διεφύλαξε την παιδα.

a See Matt. i. 18,

xv, Then

« 前へ次へ »