λημμα έχει εκ πνεύματος my wife, but has conceived αγία. Και είπεν η μαία by the Holy Ghoft. The Τατο αληθές έςι; και είπεν πmidwife faid, Is this true ?

He answered, Come and see. αυτή Δεύρο και είδε. Και

And the midwife went along επορεύθη η μαία μετ' αυτέ, with him, and tood in the και έςη εν τω σπηλαίω. Και

cave. Then a bright cloud ήν νεφέλη φωτεινή επισκιά overshadowed the cave, and ζασα το σπηλαίον, και είπεν the midwife faid, This day my η μαία: 'Έμεγαλύνθη η ψυ- Joul is magnified, for mine eyes χή μκ σήμερον, ότι είδον οι

have seen surprising things,

and salvation is brought forth οφθαλμοί με παράδοξα, και ότι το Ισραήλ σωτηρία εγεν- the cloud became a great

to Israel. But on a sudden νήθη. Παραχρήμα δε η νε

light in the cave, so that φέλη εγένετο φως μέγα εν τω their eyes could not bear it, σπηλαίω, ώσε τες οφθαλμες but the light gradually deαυτων μη φέρειν και κατ'

creased until the infant apολίγον το φως εκεί υπεξέλ- peared, and fucked the breaft λετο, έως αν το βρέφG- εφά- of his mother Mary. Then

the midwife cried out, and νη, και έλαβε μασθον εκ της

faid, How glorious a day is μητρός αυτά Μαρίας. Και this, wherein mine eyes have έχεβόησεν η μαία, και είπε: Jeen this extraordinary fight! Ως μεγάλη αυτή η ημέρα, And the midwife went out ότι είδον οι οφθαλμοί με και

from the cave, and Salome νόν θέαμα. Και εξήλθεν η

met her, and the midwife said μαία από το σπήλαία, και

to her; Salome, Salome, I

will tell you a most surprising απήντησεν αυτη Σαλώμη, και

thing which I saw; a virgin είπεν αυτή η μαία Σαλώμη, bath brought forth, which is Σαλώμη, καινόν σοι θέαμα a thing contrary to nature, , εξηγήσομαι παρθένος εγέν- Το which Salome replied, As

δ 8 χωρεί η φύσις αυ- the Lord my God liveth, unlefs της. Είπε δε Σαλώμη: 1 receive particular proof of Κύρι@- ο Θεός με, ότι εαν

this matter, I will not believe μη κατανοήσω την φύσιν αυ


[ocr errors]


της, και μη σιεύσω, ότι η that a virgin bath brought παρθένος εγέννησε.


XX. Ηλθε δε Σαλώμη, xx. Then Salome went in, και είπεν η μαία: Μαρία,

and the midwife faid, Mary,

jew thyself, for a great conσχημάτισον σεαυτήν, ο γαρ

troversy is risen concerning μικρός άγων σερίκεται περί tbet; and Salome received σα. Και έσημειώσατο Σα- fatisfaction; but her hand was λώμη, και εξηράνθη η χείρ withered, and the groaned αυτης, και ήλάλαξε πικρώς, bitterly, and faid, Wo to me, nas fitter Ojai vñ dvouíçe because of mine iniquity; for I με, ότι εξεπείρασα ζωντα have tempted the living God, Θεόν: Ιδε γαρ η χείρ με

and my hand is ready to drop αποπίπτει απ' έμε.

Kai off. Then Salome made her

fupplication to the Lord, and κλίνασα Σαλώμη τα γόνατα Maid, ο God of my fathers, τεαυτής προς τον δεσπότην, εί

member me, for I am the seed πεν· Ω Θεός των πατέρων of Abraham, and IJaac, and με, μνήσθητί με, σπέρμα Jacob; make me not a reγαρ 'Αβραάμ, και Ισαακ, proach among the children of και Ιακώς, είμι εγώ. μη Urael, but reftore ne (found) παραδειγματίσης με τους υιούς to my parents, for thou well

knoweft, O Lord, that I have 'Ispaña, átra azidos que performed (many) offices of Tois yoveūsí pe, Eř où oi- charity in thy name, and have δας, δέσποτα, ότι επί τω σω received my reward from thee. ονόματι τας θεραπείας επε- Upon this an angel of the τέλεν, και τον μισθόν με

Lord stood by Salome, and παρά σε ελάμβανον. Και faid, The Lord God hath beard idd ayyina Kupia érésn thy prayer, reach forth thy

hand to the child, and carry προς Σαλώμην, λέγων· 'Έπή

him, and by that means thou κεσε Κύριος ο Θεός της δεή- balt be refored. Salome flσεώς σε, προσαξον τη χαρί led with exceeding joy went σε το παιδίον, και βάσασον to the child, and faid, I will αυτό, και έσαι σοι εις σωτηρίαν. Λαβύσα δε χαραν με


γάλην Σαλώμη, προσήλθε το touch him; and the purpofted παιδίω, λέγεσα: "Αψομαι to worhip him, for the faid, αυτά και διενοήθη Σαλώμη

This is a great king, which is

born in Israel: And straightπροσκυνήσαι το παιδί, και

way Salome was cured. Then είπε Σαλώμη: Βασιλευς ούτος

the midwife went out of the μέγας εγεννήθη το Ισραήλ. cave, being approved (by Ιαραχρήμα δε ιάσθη Σα- God), and lo! a voice came λώμη. Εξήλθε δε η μαία έκ to Salome, Declare not the

σπηλαία δεδικαιωμένη. /trange things which thou ha/ Kui idis own rézove wipos feen, till the child fhall come to Σαλώμην. Μα αναγγέλης

Jerusalem. So Salome allo όσα συ είδες παράδοξα, έως

departed approved (by God). αν έλθη το αιδίον εις τα Ιεροσόλυμα. Και εκπορεύθη Σαν λώμη δεδικαιωμένη.

[merged small][ocr errors]

ΧΧΙ. 'Ιωσήφ δε ετοιμάσθη XXI. Then Jofeph was τα έξελθεϊν θόρυβος γαρ preparing to go away, beγέγονεν εν Βηθλεέμ, ότι ταρ

cause there arose a great dif

order in Bethlehem by the εγένοντο μάγοι από ανατολών, λέγοντες: Πε εσιν ο βασιλεύς from the eaft, who faid,

coming of a fome wise men των Ιεδαίων γεννηθείς και είδο- Where is the king of the 7ετυς μεν γαρ αυτά τον απέρα εν τη born ? for τυe have feen his /tar ανατολή, και ήλθομεν προσ in the east, and are come to κυνήσαι αυτό. 'Ακέσας δε τoor/hip him. When Herod Ηρώδης εταράχθη λίαν, και heard this, he was exceedπέμψας υπηρέτας επί τες ingly troubled, and fent met

sengers to the wise men, and μάγες και ιερείς, ανέκρινεν to the priefts, and enquired αυτες εν τω πραιτωρίω, λέ of them in the town-hall, and γων αυτοϊς: Πα γέγραπται aid unto them, Where have υμίν σερί τε βασιλέως Χρισέ, you it written concerning και σε γεννάται και τότε λέγε- Chrif the king, or where

i should be be born? Then they

[ocr errors]

2. Matt. ii. 1, &c.


σιν αυτώ εν Βηθλεέμ της fay unto him, In Bethlehem Ιεδαίας: έτως γαρ γέγραπ- of judca; for thus it is writται, Και συ, Βηθλεέμ, γη ten, And thou Bethlehem, in

the land of Judah, art not the Ιεδα, εδαμώς ελαχίση εν εν Tois syềućoir ’Isda 'ix oš dah, for out of thee shall come a

least among the princes of Juγάρ μοι εξελεύσέlαι ηγέμενος, ruler, who hall rule my people ότις ποιμανεί τον λαόν με τον Jrael. And having fent away Ισραήλ. Και απολύσας τας the

the Chief-priests, he enαρχιερείς ανέκρινεν αυτες εν quired of the wife men in the τα πραιτωρίω τες μάγες, λέ- town-hall, and faid unto them, γων αυτοϊς: Τι είδετε σημείον IWhat ign as it ye Jam con

cerning the king that is born? επί τον τεχθέντα βασιλία και They antwered him, Ifo faio οι δε είπον αυτα: Είδομεν

an extraordinary large star απέρα παμμεγέθη, λαμψανα bining among the lars of beaεν τοις άφροις τε έρανέ, και ven, and so out-shined all the αμβλύνοντα τις άλλες ασέ. other ftars, as that they became μας, ώσε μη φαίνεσθαι αυ- not vifible, and we knew τές και έγνωμεν ότι ο βα- (hereby) that a great king σιλεύς μέγας εγεννήθη εν τω

was born in Israel, and there

fore we are come to worship 'Ισραήλ, και δια τατο ήλ

him. Then said Herod to θομεν προσκυνήσαι αυτόν.

αυτόν. them, Go and make diligent Είπε δε αυτούς Ηρώδης" Πο- enquiry, and if ye find the ρευθέντες αναζητήσατε ασφα- child, bring me word again, λώς, και εαν εύρητε απαγ- that I may come and worjhip γείλατέ μοι, όπως, καγω έλ

him alfa. So the wife men θων προσκυνήσω αυτόν. Έξ

went forth, and behold, the ελθόντες δε οι μάγοι επορεύ- eat went before therm, till it

star which they saw in the οντος και δε ας ήρ, ον είδον εν

came and stood over the cave τη ανατολή, προσηγεν αυτες, where the young child was έως και έλθων και η επάνω τα with Mary his mother. Thern σπηλαία, και ήν το παιδίον, they brought forth out of μετά Μαρίας της μητέρος αυ- their treatures, and offered τε. Και εξέβαλον από τον


θησαυρών αυτών, και προσ unto him gold, and frankinήνεγκαν αυτό χρυσόν, και cenfe, and myrrh. And being

warned in a dream by an anλίβανον, και σμύρναν" και

gel, that they should not reχρηματισθέντες κατ' όναρ

turn to Herod through Judea, υπό τα αγγέλε, μη ανα- they departed into their own κάμψαι προς Ηρώδην εις την country by another way. Ιεδαίαν, δι' άλλης οδε ανεχώρησαν εις την χώραν αυτων.

XXII. Γνες δε Ηρώδης

XXII. Then Herod • per. ότι ενεπαίχθη υπό των μά- ceiving that he was mocked γων, και οργισθείς, έπεμψε by the wife men, and being φονευτας, κελεύων αυτούς α very angry, commanded cer

tain men to go and to kill all νελεϊν τσάντα τα βρέφη από

the children (that were in διετές, και κατωτέρω. 'Ακέ- Bethlehem) from two years σας δε Μαρία, ότι τα βρέφη old, and under. But Mary αναιρώνται, φοβηθείσα έλα- hearing that the children were βετο το παιδίον, και έσπαρ- to be killed, being under much γάνωσεν αυτό, και έθηκεν fear, took the child, and wrapαυτό εν φάτνη βοών, διότι εκ ped him up in Iwaddling ήν αυτούς τόπος εν τω κατα

clothes, and laid him in an

ox-manger', because there λύματι. Η δε Ελισάβετ

was no room for them in the ακέσασα ότι ο υιός αυτής inn. Elizabeth alfo, hearing μέλλει ζητείσθαι, λαβέσα that her fon (John) was about αυτόν ανέβη εις την ορεινήν, to be fearched for, took him και σεριεβλέπετο τόπον, ενώ and went up unto the mounαποκρύψε αυτόν, και εκ ήν tains, and looked around for τόπος απόκρυφος. Και σε

a place to hide him; and

there was no secret place to νάζεσα λέγα: "Όρος τα Θεϊ,

be found. Then the groaned within herself, and faid, o mountain of the Lord, receive

* Μatt. ii. 16, Lukeji. 7.

is alluded to, though mifupplied as to time.


« 前へ次へ »