Χν. Και ήλθεν "Αννας και xy. Then

came Annas γραμματεύς, και είπε το 'Ιω

the Scribe, and said to Joσήφ: Δια τί έκ εφάνης τη feph, IWherefore have we not ziców xai ouvodią nuwr ; xai seen you since your return ?

And Joseph replied, Because I είπεν αυτώ Ιωσήφ: “Ότι έκα

was weary after my journey, μον από της όδε, και ανεπαυ

and rested the first day. But σάμην πρώτην ημέραν. 'Εφρά- Annas turning about perφη δε "Αννας, και είδε την ceived the Virgin big with παρθένον όγκαμένην, και απ- child, and went away to the ήλθε προς τον ιερέα, και Prieft, and told him, 70ερή, sitev avtwo 'Iwonę, & cum eo confidence, is guilty of a noto,

in whom you placed so much μαρτύρηκας, ήνέμισε σφόδρα rious crime, in that he bath την γαρ παρθένον, ήν παρέ- defled the Virgin τυhom he rehabe éx væž Kupíz, fuíxvev ceived out of the Temple of the αυτην, και έκλεψε τες γάμος Lord, and hath privately marαυτής, και εκ εφανέρωσε τους ried her, not difcovering it to υιούς Ισραήλ. Και είπεν και the children of Israel. Then Ιερεύς: 'Ιωσήφ τετο σεποίηκε και

faid the Priest, Hath Joseph

done this? Annas replied, If και είπεν αυτώ "Αννας, 'Από

you send any of your servants, σειλον υπηρέτας, και ευρήσας

will find that she is with την παρθένον όγκεμένην. Και εhild. And the fervants went, επορεύθησαν οι υπηρεται, και and found it as the faid. . εύρον καθώς είπεν. Και ήγα- Upon this both the and Jofeph γον αυτήν και τον Ιωσήφ είς were brought to their trial; το κριτήριον, και είπεν αυτή ο And the Prieft faid unto her, ιερεύς: Μαρία, τι τετο επόί- Mary, what half thou done

Why hast thou debased thy foul, ησας ; τι εταπείνωσας την


forgot thy God, seeing thou ψυχήν σε, και επελάθα Κυ- wait brought up in the Holy of είε τε Θεέ σε, η ανατραφείσα Holies, and did/h receive thy εις τα άγια των αγίων, και food from the hands of Angels, λαβέσα τροφήν εκ χειρός αγ- and hearded their Jongs ? IFBy γέλα, και ακέσασα των ύμνων αυτών και τι δε τπτο έποί


[ocr errors]

ησας ; Η δε εδάκρυσε σικ- haft thou done this? To which ρως, λέγεσα: Zή Κύριος και

with a food of tears she anΘεός

swered, As the Lord my God
καθότι καθαρά

liveth, I am innocent in his είμι ενώπιον αυτά και άνδρα ight, Jeeing I know no man. ε γινώσκω. Είπε δε ιερεύς Then the Prieft faid to Joπρος 'Ιωσήφ: Τι τετο εποί- feph, Why half thou done this? ησας και είπε δε Ιωσήφ: Ζή And Jofeph antwered, As the Κύριος ο Θεός με, καθότι

καθότι Lord

Lord my God liveth, I have καθαρός είμι εξ αυτής. Είπε not been concerned with her. δε ο ιερεύς: Μη ψευδομαρ- But the Prieft faid, Lie not,

but declare the truth; thau τύρει, είπε το αληθές. *E

hast privately married her, κλεψας τες γάμας αυτής, και

and not discovered it to the εκ εφανέρωσας τοις υιούς Ισ

children of Israel, and humbled ραήλ: έκ έκλινας και την κεφα- thy/elf under the mighty hand λήν σε υπό κραταιάν χείρα, (of God), that tiny Jeed might όπερ ευλογηθή το σπέρμα σε. be blessed: and Joseph was fi

lent. Εσίγησε δε Ιωσήφ.

XVI. Και είπεν ο ιερεύς: XVI. Then said the Priest 'ΑπόδG την παρθένον, ήν (to Jofeph), You muft refore σαρέλαβες έκ να Κυρία. Και to the Temple of the Lord the περίδακρυς γενόμενος, είπεν ο Virgin which you took thenae. ιερεύς τω Ιωσήφ Ποτιω υμάς Prieft added, I will caufe you

But he wept bitterly, and the το ύδωρ της ελέγξεως Κυρίε, both to drink the water of the και φανερώσει τα αμαρτήματα Lord, which is for trial, and υμών εν οφθαλμοίς υμών. 6 your iniquity hall be laid Λαβων δε ο ιερεύς επότισε τον open before you. Then the Ιωσήφ, και έπεμψεν αυτόν Prieft took (the water) and εις την ορεινήν, και επανήλθεν made Jofeph drink, and fent

him to a mountainous place, ολόκληρος. 'Έθαύμασεν. δε

and he returned perfectly well, τάς ο λαός, ότι αμαρτία εκ

and all the people wondered

[ocr errors]

• Nurn. V. 18.


εφάνη επ' αυτόν, και είπεν και that his guilt was not discoΙερεύς: Ει ΚύριG έκ έφαγέ- vered.

So the Priest said,

Since the Lord has not made ρωσε τα αμαρτήματα υμών, , έδε εγώ κρίνω υμάς και απέ

your fins evident, neither do I λυσεν αυτές. Παραλαβων δε

condemn you. So he sent them

away. Then Joseph took ο Ιωσήφ την Μαρίαν, απίες Mary, and went to his houfe, εις τον οίκον αυτή, χαίρων rejoicing and prai fing the και υμνών τον Θεόν Ισραήλ. God of Israel.

ΧVΙΙ. 'Εγένετο δε κέλευσις XVII. And it came to pass, υπό τα βασιλέως Αυγές και απο

that there went forth a decreeγράφεσθαι πάντας τες Ία

from the Emperor Augustus,

that all the Jews should be δαίες, οι ήσαν εν Βηθλεέμ της

taxed, who were of BethleΙεδαίας. Είπε δε Ιωσήφ

hem in Judea:and Joseph said, Εγώ απογράψομαι τες υιες I will take care that my chilMga TaÚTON Thy waida ti dren be taxed: but what fall ποιήσω και απογράψασθαι αυ I do with this


woman ? την γυναίκα εμην αισχύνομαι:

To have her taxed as my wife, αλλά θυγατέρα και οίδασι δε

I am ashamed; and if (I tax υιοι Ισραήλ, ότι εκ έσι με

her) as my daughter, all Israel

knows she is not my daughter. θυγάτηρ. Αύτη η ημέρα Κυ

When the time of the Lord's ρία ποιήσει ως βέλεται. Και αφροίntment Jhall come, let him έφρωσε την άνον και εκάθισεν

do as seems good to him. And αυτήν, Ιωσηφ δε και Σιμων he faddled the afs, and put ηκολέθαν, και ήγγισαν επί her upon it, and Jofeph and μίλια τρία. Και εσράφη Simon followed after her, and 'Ιωσήφ, και είδε την Μαρίαν arrived (to Bethlehem) within συγνην, και είπεν εν εαυτο three miles. Then Jofeph Ιωσήφ: "Ισως το εν αυτή Powful, and faid within him

turning about saw Mary forχαμάζει αυτήν. Και πάλιν felt, Perhaps Jhe is in pain εσράφη Ιωσήφ, και είδεν αυ- through that which is within

her. But when he turned

[merged small][ocr errors][merged small]
[ocr errors][ocr errors]

την γελώσαν, και είπεν αυτη about again, he faw her laugh-
Λαρία, τί έσιν, ότι το πρόσ- ing, and faid to her, Mary,
σε βλέπω σοτέ μεν

how happens it, that I someσυγνόν, ποτέ δε γελών και

times fee forrow, and sometimes

laughter and joy in thy counαγαλλιώμενον, και είπεν προς tenance? And Mary replied αυτόν Μαρία: Δύο λαές βλέ- to him, I fee two people with πω τοις οφθαλμοίς με, ένα mine eyes, the one weeping and κλαίοντα και κοπτόμενον, και mourning, the other laughing ένα γελώντα και αγαλλιώ- and rejoicing. And he went μενον. Ηλθε δε πάλιν ανα again acrofs the way, and μέσον της δδα, και είπεν Μα- Mary faid to Jofeph, Take me ρία τω Ιωσήφ Καθέλον με, τυhich is in me prelles to come

down from the ass, for that ότι επείγει το εν εμοί προελ- forth. But Jofeph replied, , 9ειν. Και είπεν Ιωσήφ Πά Whither shall I take thee? for απαξω σε; ότι ο τόπος έρη- the place is defert. Then faid μός εςι.

Kai site wároy Mary again to Joseph, Take Μαρία το 'Ιωσήφ: Κατάταγέ me down, for that which is με, λίαν γαρ, το εν εμοί επεί

within me mightily presles me. Και ευθυς κατή

And Joseph took her down. γαγεν αυτην Ιωσήφ.

[ocr errors]

γε4 με.

ΧVΙΙΙ. Εύρε δε εκεί σπή IXVIII. And he found there λαιον, και εισήγαγεν αυτην a cave, and let her into it, εκεί και παρατήσας αυτην

and leaving her and his fons

in the cave, he went forth to το σπηλαίω και τες υιες αυ

seek a Hebrew midwife in τη, εξήλθε ζητήσαι μαίαν the village of Bethlehem. Εβραίαν εν χώρα Βηθλεέμ. But as I was going (faid Jo"Εγώ δε, λέγει 'Ιωσήφ, περι- feph) I looked up into the air, πατών ανέβλεψα εις τον αέρα, and I few the clouds aftoni/hed, και είδον τον αέρα έκθαμβον, and the folls of the air topκαι τα πετεινα τα επανα ήρε. ping in the mid/d of their μάντα. Και επέβλεψα επί fight. And I looked down την γην, και είδον σκάφην table preati, and working peo

towards the earth, and saw a κειμένην, και εργάτας ανα


[ocr errors]

κεμένες, και αι χείρες αυ- ple fitting around it, but their των ήσαν επί την σκάφην: hands were upon the table (and και οι μασσόμενοι εκ εμάσ

did not move to eat). They

who had meat in their mouths σοντο, και οι αναφέροντες επί

did not eat: they who lifted της κεφαλής εκ ανέφερον, και their hands up to their heads οι προσφέροντας το σόματι ο did not draw them back : and προσέφερον" αλλά πάντων they who lift them up to their ήν τα πρόσωπα άνω βλέ- mouths did not put any thing

Και είδον πρόβατα in; but all their faces were ελαυνόμενα, και τα πρόβατα feed upwards. And I beheld εσήκεισαν. Και ήρεν και ποι

the sheep dispersed, and get the

Sheep stood still; and the shepμην την χείρα αυτά, σα

berd lift up his hand to smite τάξαι αυτα, και η χείρ αυ- them, and his band continued τ8 ίση άνω. Και έβλεψα up. And I looked unto a river, εις τον χείμαρρον ποταμόν, and Jaw the kids with their και είδον τες ερίφες και τα mouths clofe to the water, and έματα αυτών επικείμενα τα touching it, but they did not

drink. ύδατι, και μη σίνοντα.


ΧΙΧ. Και είδον γυναίκα

XIX. Tben I beheld a woκαταβαίνεσαν από της ορει- man coming down from the νής, και είπε μοι· "Ανθρωπε, mountains, and he aid to me,

Where art thou going, O σε πορεύη και και είπον αυτή

man? And I said to her, I go Μαίαν ζητώ Εβραίαν εξ Ισ

to enquire for a Hebrew midραήλ. Και είπε μοι· Πε wife. . She replied ' to me, έσιν η γεννώσα ; και είπον ·

Where is the woman that is 'Εν τω σπηλαίω, και μεμνη

to be delivered? And I an.. σευμένη μοί έσιν. Είπε δε [wered, In the cave, and the

is betrothed to me. Then η μαία: Ουκ έσι σε γυνή και και είπεν Ιωσήφ Μαρία έξιν Jaid the midwife, Is the not

thy wife ? Joseph answered, και ανατραφείσα εις τα άγια Iris Mary, who was educated των αγίων, έν τω οίκω Κυρία, in the Holy of Holies, in the και εκληρωσάμην αυτήν, και house of the Lord, and the έκ έςι με γυνή αλλα σύλ- fell to me by Iot, and is not


« 前へ次へ »